ἄτρυτος

ἄτρυτος
ἄτρυτος
1 unabating

ἐπ' ἄτρυτον πόνον P. 4.178


Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • άτρυτος — ἄτρυτος, ον (Α) 1. ο ακαταπόνητος, ο ακατάβλητος 2. (για τιμωρίες και βάσανα) αδιάκοπος, αδιάπτωτος 3. (για οδό) επίπονος, κουραστικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερ. + τρυτος < τρύω «κατατρίβω, βασανίζω, καταπονώ»] …   Dictionary of Greek

  • ἄτρυτος — ἄτρῡτος , ἄτρυτος not worn masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρυτοτάτων — ἀτρῡτοτάτων , ἄτρυτος not worn fem gen superl pl ἀτρῡτοτάτων , ἄτρυτος not worn masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρύτως — ἀτρύ̱τως , ἄτρυτος not worn adverbial ἀτρύ̱τως , ἄτρυτος not worn masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄτρυτον — ἄτρῡτον , ἄτρυτος not worn masc/fem acc sg ἄτρῡτον , ἄτρυτος not worn neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ατρύγετος — ἀτρύγετος, ον (Α) 1. άκαρπος, άγονος 2. ακαταπόνητος 3. λαμπρός, καθαρός. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Κατά μία άποψη, ήδη αρχαία, ο τ. ατρύγετος < α στερ. + τρυγάω, ώ και σημαίνει «άκαρπος, άγονος», ενώ, κατ άλλους, συνδέεται με το τρύω και… …   Dictionary of Greek

  • ατρύμων — ἀτρύμων, ον (Α) ο άτρυτος* …   Dictionary of Greek

  • ἀτρύτοις — ἀτρύ̱τοις , ἄτρυτος not worn masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρύτοισιν — ἀτρύ̱τοισιν , ἄτρυτος not worn masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρύτου — ἀτρύ̱του , ἄτρυτος not worn masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρύτους — ἀτρύ̱τους , ἄτρυτος not worn masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”